Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

Αναδιαπραγμάτευση ή άρνηση του χρέους


Του Γ. Βαζάκα Ήταν η 25η Μαρτίου 2010 όταν οι ηγέτες της ευρωζώνης σύστησαν επίσημα την Ελλάδα στο ΔΝΤ. Μέρα που βρήκαν, ανήμερα του εορτασμού της εθνικής μας παλιγγενεσίας, άραγε συνέβη και τυχαία; Και δημιουργήθηκε – λέει – ο μηχανισμός στήριξης (Ε.Ε., ΕΚΤ, ΔΝΤ) για τη δυσπραγία της ελληνικής οικονομίας, η γνωστή σ’ όλους πια τρόικα. Στις 8 Μαΐου ακολούθησε η υπογραφή της δανειακής σύμβασης ανάμεσα στην Ελλάδα και την τρόικα, για να δανεισθεί κοντά στα χρωστούμενα κι άλλα 110 δισ. ευρώ.
Κοντολογίς ήρθε και το διαβόητο μνημόνιο, που ορίζει χειρισμούς στον οικονομικό χάρτη της Ελλάδας, ώστε αυτή να αποπληρώσει το προαναφερθέν ποσό στο τέλος της συμφωνηθείσας τριετίας κάπου στις αρχές του 2014. Όμως, ενώ εφαρμόζεται το μνημόνιο εδώ και μήνες, για να «καθαρίσουμε» με το λογαριασμό του πρόσφατου δανείου, ο λογαριασμός του μνημονίου δεν βγαίνει. Το ομολογούν και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του. Και οι πιο... ταγμένοι απολογητές της τρόικας ψιθυρίζουν: «Κάτι άλλο πρέπει να γίνει..» ● Άλλοι προτείνουν ανοιχτά την αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας, εντός φυσικά του ευρώ. ● Και άλλοι όσοι διεξάγουν – τρομάρα τους – αντιμνημονιακό αγώνα, χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να μας πουν τι θα κάνουν με το δημόσιο χρέος. Εννοώ προφανώς όλους τους υποψήφιους των «καλλικράτειων» αυτοδιοικητικών εκλογών. Όλοι τους ζητούν την ψήφο μας εναντιούμενοι στο μνημόνιο. Όλοι, από τους εκλεκτούς της Ν.Δ. έως τους υποψήφιους της κοινοβουλευτικής αριστεράς και τους «διαφωνούντες» του ΠΑΣΟΚ, λυσσομανούν εναντίον του μνημονίου. Αλλά μέχρις εκεί. Κι όταν η κουβέντα προχωρά στο δια ταύτα, τότε τα πράγματα αλλάζουν.
Οι της Ν.Δ. προπαγανδίζουν το μηδενισμό του ελλείμματος, που μάλλον ως ανέκδοτο ακούγεται, για να κρύψουν ότι είναι υπέρ της αναδιάρθρωσης του χρέους και της ελεγχόμενης πτώχευσης της χώρας. Οι άλλοι του ΠΑΣΟΚ σφυρίζουν αδιάφορα.
Όσο για τους εκπροσώπους του ΚΚΕ, αυτούς δεν τους ακούμε να μεθοδεύουν καμιά τακτική εναντίον του χρέους, της πηγής των δεινών για τη χώρα, από τον τελευταίο Μάρτιο που βγήκε για καλά στη φόρα (κατεδάφιση κοινωνικών κατακτήσεων του τελευταίου μισού αιώνα, διάλυση του ασφαλιστικού συστήματος, περικοπή αποδοχών μισθωτών και συνταξιούχων, ανατροπή των εργασιακών σχέσεων σε βάρος των εργαζομένων με κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας). Αυτοί αναλώνονται σε γενικές αντικαπιταλιστικές κορώνες, ανάγουν τα πάντα στη Δευτέρα παρουσία του σοσιαλισμού – της δικής τους χίμαιρας – όπου όλα τα βάσανα του λαού θα βρουν την οριστική λύση τους. Τώρα αν μέχρι τότε ο ελληνικός λαός υποστεί μια από τις χειρότερες καταστροφές στην ιστορία του, δεν έχει καμιά σημασία.
Η υπόλοιπη αριστερά του Συνασπισμού είναι σίγουρη ότι μέσα στα ίδια πλαίσια της Ε.Ε. και του ευρώ που μας επέβαλαν το μνημόνιο και τη χρεοκοπία, αυτή θα επιτύχει αναδιανομή εισοδημάτων υπέρ των εργαζομένων, θα κρατικοποιήσει τις τράπεζες και θα προχωρήσει στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Κοντολογίς προσδοκά τη δευτέρα παρουσία μιας πανευρωπαϊκής αναγέννησης και μετά... ξύπνησαν. Ή μάλλον θα ξυπνήσουν άγαρμπα μετά τις εκλογές.
Όλα όσα προανέφερα γίνονται για να κρύψουν οι κομματικές ηγεσίες ότι δεν έχουν καμιά πρόταση ουσιαστικά διαφορετική από την κυρίαρχη λογική που εφαρμόζεται μέσω του μνημονίου. Ό,τι και να λένε το κυρίαρχο ζήτημα ήταν και παραμένει ένα: Τι κάνουμε με το δημόσιο χρέος; Όσο κι αν αποφεύγουν ν’ απαντήσουν, όσο κι αν αναζητούν διέξοδο σ’ έναν ανούσιο, ανέξοδο και ατελέσφορο «αντιμνημονιακό αγώνα» το ερώτημα αυτό διαρκώς θα τους βασανίζει.
Και σ' αυτό το ερώτημα – δυστυχώς ή ευτυχώς – δεν υπάρχουν πολλές απαντήσεις. Ή το πληρώνεις ή δεν το πληρώνεις! Μέση οδός δεν υπάρχει. Και ας μη παραμυθιάζουν τον κόσμο με «αντιμνημονιακούς αγώνες», γιατί ακόμα κι αν τους πιστέψουμε πως εναντιώνονται στο μνημόνιο, μία είναι η πικρή αλήθεια: Με μνημόνιο ή χωρίς μνημόνιο, το χρέος παραμένει. Και επειδή παραμένει, ακούμε να κυκλοφορούν διάφορα: Θα το αντιμετωπίσουμε με την αναδιαπραγμάτευση ή αναδιάρθρωση, άλλοι με την ανάταξη και τα ευρωομόλογα, χειρισμοί που δεν απαλλάσσουν τη χώρα απ’ το χρέος, απλώς επιμηκύνουν το χρόνο αποπληρωμής του και ως μεθοδεύσεις ανήκουν στον ίδιο κοινό παρανομαστή, που οδηγεί τη χώρα σε ελεγχόμενη ή συντεταγμένη πτώχευση και εξασφαλίζουν την παραμονή στο έρμαιο των αγορών (κερδοσκόπων).
Δυστυχώς αυτή την επιλογή προωθεί η κυβέρνηση ακολουθούμενη από την αντιπολίτευση, το ΣΥΝ, κι από ένα ακίνδυνο ΚΚΕ, μέχρι που να «σκάσει» η επίσημη πτώχευση εκείνη τη χρονική συγκυρία που τα δεδομένα θα είναι ωφελιμότερα για την τρόικα, δηλαδή να επωφεληθούν οι δανειστές όσο το δυνατόν καλύτερα από τη δήμευση και τη ρευστοποίηση της χώρας. Αυτή τη λύση προσφέρουν οι προαναφερθείσες επιλογές. Λύση αδιεξόδου, που βιώνει σήμερα ο λαός μας. Η χρεοκοπία στην οποία έχει οδηγηθεί το κράτος και η χώρα δεν οφείλεται στο μνημόνιο αλλά στην παραδοχή του μονοδρόμου ότι η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει πάση θυσία να πληρώνει ένα χρέος από τη φύση του καταχρηστικό, προϊόν ρεμούλας και κερδοσκοπίας. Ένα χρέος που δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί, χωρίς να αναζητά το κράτος διαρκώς νέα δάνεια από τη διεθνή αγορά, για να πληρώσει τα παλιά. Είναι δυνατόν να ξεφύγει από τη χρεοκοπία κάποιος που πρέπει διαρκώς να δανείζεται, για να πληρώνει παλιότερα δάνεια;
Το μόνο όπλο με το οποίο μπορεί ένα χρεωμένο κράτος να εκβιάσει ή να πείσει τους δανειστές του, ιδίως όταν πρόκειται για διεθνείς τοκογλύφους είναι η άρνηση πληρωμής του χρέους, που σημαίνει όχι τη διαπραγμάτευση ή μη, τη μερική ή ολική διαγραφή του χρέους, αλλά τη μη αναγνώριση του χρέους και των υποχρεώσεών του από το λαό ως χρέος «απεχθές», ικανό να καταλύσει την εθνική κυριαρχία της χώρας.
Η επίσημη προπαγάνδα και η διατεταγμένη δημοσιογραφία και οι σώφρονες πολιτικοί και οικονομολόγοι όλων των κομμάτων διαδίδουν στον ανενημέρωτο και πιθανόν αφελή λαό πως θα ήταν μεγάλη καταστροφή για την Ελλάδα, αν τολμούσε να αρνηθεί το χρέος και να φύγει απ' το ευρώ. Επιπρόσθετα και κάποιοι από την αριστερά έσπευσαν να βοηθήσουν την παραπάνω θέση τονίζοντας από το Μάιο του 2010 ότι η άρνηση του χρέους και η έξοδος από το ευρώ, αν δεν είναι «διαχειριστικά αιτήματα», προϋποθέτουν τουλάχιστον επανάσταση για να επιβληθούν. Γι' αυτό κι ο λαός μπορεί ελεύθερα να εξεγείρεται, να κάνει πόλεμο, να κατεβαίνει στους δρόμους και να οργίζεται γι' αυτό που του επιβάλουν, αρκεί να μη θέτει αιτήματα που ενοχλούν το σύστημα. Είναι αυτό ή δεν είναι παρέλαση ολόκληρου του μικροαστισμού της γραφειοκρατίας της αριστεράς; Γιατί με το που προβάλλεται το αίτημα για άρνηση του χρέους, λένε ότι αυτά τα αιτήματα είναι πολύ επαναστατικά για την υγεία του λαού και της εργατικής τάξης, δεν ωρίμασαν οι συνθήκες, ο λαός δεν είναι έτοιμος γι' αυτά... Όμως ας τους βγάλουμε από την αγωνία τους.
Τα αιτήματα της άρνησης της πληρωμής του χρέους και η έξοδος από το ευρώ δεν είναι ούτε επαναστατικά ούτε σοσιαλιστικά μέτρα. Είναι βαθιά δημοκρατικά αιτήματα από τη σκοπιά του λαού και της εργατικής τάξης.
Πληροφορούμε τον αναγνώστη αυτού του άρθρου ότι, αν ανοίξει οποιοδήποτε σοβαρό εγχειρίδιο σχετικό με τα ζητήματα του δημόσιου χρέους, θα διαπιστώσει ότι μια από τις μεθόδους αντιμετώπισης των υπέρογκων δημόσιων χρεών από τον 19ο αι. μέχρι της μέρες μας είναι εκείνη της άρνησης του δημόσιου χρέους. Και η πρόταση αυτή στα αγγλικά αποδίδεται με τον όρο repudiation of debt (απάρνηση ή απόρριψη χρέους). O πρώτος που τόλμησε να προτείνει την άρνηση του χρέους ενός κράτους ως τη μόνη συμφέρουσα λύση γι’ αυτό, ήταν ο πατέρας της επιστημονικής πολιτικής οικονομίας, ο Άνταμ Σμιθ (1723-1790). Οι μεγάλες αστικοδημοκρατικές επαναστάσεις του 18ου αι. υιοθέτησαν την άρνηση του χρέους, τη στιγμή που σήμερα ορισμένοι στην αριστερά κάνουν σαν να το ακούν για πρώτη φορά. Η κυβέρνηση των Ιακωβίνων στα χρόνια της γαλλικής επανάστασης και συγκεκριμένα στα 1793 υιοθέτησε τη θέση ότι ένας ελεύθερος λαός δε χρειάζεται να πληρώσει τα χρέη που ένας «τύραννος» έχει συσσωρεύσει. Οι νεοσύστατες ΗΠΑ πάτησαν στα πόδια τους διαγράφοντας τα χρέη τους προς τους Βρετανούς. Βλέπουμε πως το αίτημα από την ανερχόμενη φιλελεύθερη αστική τάξη της διαγραφής των κρατικών χρεών ήταν απόλυτα φυσιολογικό, τόσο που ο Φράνσις Γουόκερ, ένας από τους πατέρες της δημόσιας οικονομικής τον 19ο αι. έγραφε: «Κανένα μεγάλο εθνικό χρέος δεν πληρώθηκε ποτέ, ούτε αντιμετωπίστηκε με άλλον τρόπο, εκτός από την άρνηση της αποπληρωμής του» (Francis Amasa Walker, The Science of Wealth A manual of Politikal Economy, Boston: little, Brown and Co,1867, σελ. 362, 371).
Ένας άλλος πολύ σημαντικός οικονομολόγος, που τάχθηκε υπέρ της άρνησης των δημοσίων χρεών ήταν ο Τζον Μέιναρντ Κέινς (1883-1946). Το έκανε αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όταν είδε ότι η έκρηξη του δημόσιου χρέους σ' όλες τις χώρες ήταν τέτοια που το έκανε αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Στη θέση αυτή προσχώρησαν πολλοί γνωστοί οικονομολόγοι της εποχής.
Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε τρομακτική προσπάθεια να εξοβελιστεί η πρόταση της άρνησης του χρέους από τα βιβλία της δημόσιας οικονομίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Βλέπετε ο ρόλος των τραπεζών και μάλιστα των πολυεθνικών είχε γίνει κυρίαρχος και επιδοτούσαν σωρηδόν έδρες και τομείς στα πανεπιστήμια και τις ακαδημίες. Όσο περισσότερο οι καριέρες και τα νόμπελ εξαρτήθηκαν, ειδικά στον αγγλοσαξονικό κόσμο, από τις χορηγίες των χρηματαγορών, τόσο περισσότερο εξαφανίζονταν προτάσεις και απόψεις που για τους διεθνείς τραπεζίτες και χρηματιστές ήταν απολύτως επιζήμιες. Μόνο πολύ προικισμένοι επιστήμονες επέμειναν να μην παίρνουν το χαπάκι της αμνησίας, ή και της ανοησίας που συνοδεύει πάντα τις μεγάλες χορηγίες. Έτσι στα βιβλία τους ακόμη και σήμερα θα βρει κανείς να περιγράφεται η λύση του repudiation of debt, αλλά τις περισσότερες φορές να συνδέεται με ριζικές επαναστατικές αλλαγές, σαν να ήταν μόνο η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και η κινέζικη επανάσταση του 1948 που μπόρεσαν δήθεν να προχωρήσουν σε άρνηση και ακύρωση του χρέους. Εμείς όμως καταδείξαμε ότι από την εποχή του φιλελεύθερου Άνταμ Σμιθ προτάθηκε η άρνηση του χρέους και βέβαια υιοθετήθηκε ως πολιτική μέχρι σήμερα από πολλούς λαούς στην πάλη τους, για να κατοχυρώσουν την κυριαρχία τους. Αλλά και για την Ελλάδα η απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι οικονομική αλλά πρωτίστως πολιτική. Και αυτό δεν το λέμε εμείς, αλλά όλοι οι επιφανείς μελετητές του ελληνικού δημόσιου χρέους από την εποχή του μεσοπολέμου ακόμη. Στα 1931 ο Ξεν. Ζολώτας έγραφε ότι ο περιορισμός της υφιστάμενης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδος «δεν είναι επιστημονικόν πρόβλημα, αλλ' αποτελεί ζήτημα επιδεξίου χειρισμού, επιτυχών διαπραγματεύσεων και ευνοϊκών συνθηκών εις την διεθνή αγορά κεφαλαίου», καταδείχνοντας έτσι ότι η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους είναι πρωταρχικά ζήτημα συσχετισμού δύναμης στις διεθνείς αγορές και αποφασιστικότητας μιας χώρας να τα βάλει με τους ισχυρούς. Επί πλέον την εποχή εκείνη, για να υποστηρίξει κανείς τη άρνηση ή την ακύρωση των χρεών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα του Ελ. Βενιζέλου που βάδιζε ολοταχώς προς την επίσημη χρεοκοπία του 1932, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Η επίκληση του αυτονοήτου, δηλ. της ακύρωσης του χρέους, αποτελούσε ιδιωνυμικό αδίκημα στη Ελλάδα. Και μόνο η διατύπωση αυτής της πρότασης αρκούσε για να χάσει κάποιος σαν τον Ξ. Ζολώτα την καθηγητική του έδρα και να συρθεί στα δικαστήρια με το «βενιζελικό ιδιώνυμο». Και μόνο η αναφορά στην άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελούσε προσβολή εναντίον των «εθνικών συμφερόντων», που τότε όπως και σήμερα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των χρηματιστών, των τοκογλύφων και των μεγάλων δυνάμεων που τους στήριζαν στις απαιτήσεις τους έναντι της χώρας. Δυστυχώς οι τότε κυρίαρχες πολιτικές, που αρνήθηκαν τη μονομερή ακύρωση των χρεών της χώρας, είχαν ως αναπότρεπτη συνέπεια τη χρεοκοπία του 1932 και τον επακολουθήσαντα φασισμό του Ι. Μεταξά. Ας ελπίσουμε να μην οδηγηθούμε στην ίδια κατάσταση και τώρα.
Αν και φοβούμαστε και οφείλουμε να το πούμε ότι την απεργάζονται ήδη αυτή την κατάληξη τόσο οι ευρωκρατούντες και το ΔΝΤ, όσο και το εγχώριο πολιτικό σύστημα του σύγχρονου δωσιλογισμού. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί αναγκαστικά σ’ αυτή την κατάληξη είναι εκείνος, που ξεκινά με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βρει κανείς με τους δυνατούς μέσα από διαπραγματεύσεις και προσαρμογές στις απαιτήσεις τους. Ενώ ο μόνος δρόμος, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, όσο κουραστική ή αντίξοη κι αν είναι η πορεία του, που μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή για το λαό και τη χώρα, είναι να κάνουμε το ανήκουστο: Να αρνηθούμε το χρέος και να τα βάλουμε με τους δυνατούς βασισμένοι στη δύναμη ενός ρωμαλέου πλειοψηφικού λαϊκού κινήματος.
Η ιστορία δεν έχει δείξει άλλον δρόμο. Όσο κι αν διάφοροι κατά καιρούς ονειρεύονταν «μέσους δρόμους» ή «μέσες λύσεις». Θα αναρωτηθεί φυσικά εύλογα ένας μη ειδικός, αλλά σκεπτόμενος αναγνώστης: Ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία του χρέους; Τη γνώση ότι τα 85% των δανείων πήγαν στις τσέπες διεθνών τοκογλύφων, κ.ο.κ., από πού την αντλούμε; Μα από τους ισολογισμούς Χρέους του Γενικού Λογιστήριου του Κράτους και φυσικά από τα διαθέσιμα στοιχεία από τον ΟΔΔΗΧ (Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους). Το τελευταίο εξάμηνο προικισμένοι κι έντιμοι επιστήμονες έχουν γράψει και δημοσιεύσει πάνω από 30 σημειώματα σχετικά με το δημόσιο χρέος, όπου παρουσιάζονται αναλυτικότατα τα στοιχεία αυτά και κανείς δεν τόλμησε δημόσια να τα αμφισβητήσει.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου της περιόδου 2005-2010 ανήκουν κατά 43% σε επενδυτικές τράπεζες, κατά 22% σε διαχειριστές κεφαλαίων, κατά 15% σε Ασφαλιστικά Ταμεία και Εταιρείες, κατά 8% σε διαχειριστές ενεργητικού, κατά 5% σε κεντρικές τράπεζες, κατά 4% σε Hedge Funds και κατά 4% σε λοιπούς επενδυτές. Αν από τα 15% των Ασφαλιστικών Ταμίων και Εταιρειών αφαιρέσουμε τουλάχιστον το 5% που ανήκει σε ασφαλιστικές εταιρείες και προσθέσουμε το 4% των «λοιπών επενδυτών» υποθέτοντας ότι όλοι είναι μικροκαταθέτες, συναθροίζεται ένα 14%, το οποίο για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους θα πρέπει να αντιμετωπισθεί με διαφορετικούς τρόπους απ’ ό,τι το υπόλοιπο κομμάτι που ανήκει σε τυπικούς κερδοσκόπους της διεθνούς αγοράς. Χωρίς φυσικά να έχει κανείς την αυταπάτη πως οι διαχειριστές των ασφαλιστικών ταμείων και οι διάφοροι ιδιώτες καταθέτες δε λειτούργησαν κερδοσκοπικά αγοράζοντας ελληνικά ομόλογα. Θα προσθέσω τέλος ότι γνωρίζουμε από τα επίσημα στοιχεία ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε πάνω από 450 δισ. ευρώ για εξυπηρέτηση δανείων. Αν σκεφτεί κανείς ότι το τρέχον χρέος ήταν στις 31/12/2009 κοντά στα 300 δισ. ευρώ, αυτό σημαίνει ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το έχουμε πληρώσει ήδη μιάμιση φορά στις «λεγόμενες αγορές». Αν αυτό δεν είναι τοκογλυφία, τότε τι είναι;
Είναι άραγε το δημόσιο χρέος και αποτέλεσμα διαφθοράς; Μπορεί κάποιοι να προσγειώθηκαν στο πλανήτη γη προσφάτως, αλλά όλοι όσοι κατοικοεδρεύουν σε τούτο τον τόπο τουλάχιστον από τη μεταπολίτευση έως σήμερα, γνωρίζουν πολύ καλά πού πήγαν τα λεφτά και το αν έγιναν έργα ή τι «σόι έργα» έγιναν. Την εποχή της εκτίναξης του δημόσιου δανεισμού είχαμε ταυτόχρονα την ολοκληρωτική διάλυση του ήδη ασθενικού παραγωγικού ιστού της ελληνικής οικονομίας, τη διαρκή ελάττωση των λαϊκών εισοδημάτων, τη μονιμοποίηση της μαζικής ανεργίας και της ανέχειας σε πολύ πλατιά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη είχαμε τα σκάνδαλα των προβληματικών επιχειρήσεων, του χρηματιστηρίου, της ολυμπιάδας, των μεγάλων έργων, την κορύφωση της πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς σε επίπεδα πρωτόγνωρα ακόμη και για την Ελλάδα. Πώς λοιπόν να μην υποθέσει κανείς – ακόμη κι αν δε γνωρίζει τα στοιχεία των δανείων – ότι ο δανεισμός της χώρας χρηματοδότησε ένα άθλιο και σάπιο καθεστώς ρεμούλας και κερδοσκοπίας; Πώς να μην πει κανείς ότι ο λαός και η χώρα δεν είχε καμιά ωφέλεια από το δανεισμό αυτόν;
Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε επακριβώς πού πήγαν τα δανεικά και ποιος επωφελήθηκε απ’ αυτά; Όχι βέβαια. Γιατί πρώτα και κύρια οι συγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις, αλλά και οι διαδρομές των ελληνικών ομολόγων στην αγορά δε δημοσιοποιούνται. Το κράτος δεν δημοσιοποιεί – ως όφειλε – αναλυτικά στοιχεία, ανά σύμβαση δανείου και έκδοσης ομολόγων, για να ξέρουμε ποιος εμπλέκεται, με ποιους όρους, από ποια χέρια περνούν τα ομόλογα, που καταλήγουν, κ.ο.κ.
Γι’ αυτό εδώ και καιρό αρκετοί ειδικοί και μη έχουν διατυπώσει τα εξής θεμελιώδη αιτήματα: 1. Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους, ώστε να έρθουν στο φως τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος συγκεκριμένα επωφελήθηκε απ’ αυτές. 2. Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσους διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Και μάλιστα με αναδρομική ισχύ. Όποιος πολιτικός ή επιχειρηματίας, κόμμα ή επιχείρηση έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και η περιουσία του να δημευθεί.
Και ποιος θα ανταποκριθεί σ' αυτά; Αιωρείται το ερώτημα. Όντως το μόνο πραγματικό ερώτημα που υπάρχει – τουλάχιστον για όσους έχουν στοιχειώδη αίσθηση της πραγματικότητας – είναι αν μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση μέσα από το σημερινό πολιτικό σύστημα που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει τα παραπάνω αιτήματα. Μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση; Και βέβαια όχι. Όχι μόνο γιατί το σημερινό δικομματικό πολιτικό σύστημα με όλες τις εφεδρείες του στα δεξιά και τα αριστερά είναι τόσο διεφθαρμένο, διάτρητο και ανάξιο, αλλά και γιατί ένα τέτοιο άνοιγμα του κράτους στην κοινωνία μέσα από την κατάργηση όλων των στεγανών και των απορρήτων προϋποθέτει αληθινή δημοκρατία, δηλαδή λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία. Κι έτσι καταλήγουμε εκεί απ' όπου ξεκινήσαμε, στον τίτλο του άρθρου μας: Οι διαφορετικές προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους δεν διαχωρίζονται στη βάση των οικονομοτεχνικών τους χαρακτηριστικών ή ως προς την εκτίμηση των δυσκολιών, αλλά από το κατά πόσο θεωρούν εφικτή και επιθυμητή τη δημοκρατία για τον τόπο. Όποιος θεωρεί ότι δημοκρατία δεν είναι παρά ο κοινοβουλευτικός μανδύας που καλύπτει τα απόκρυφα μιας διεφθαρμένης απολυταρχίας της εκάστοτε κυβέρνησης και ενός κράτους που έχει παραδοθεί σε ντόπια και ξένα μεγάλα συμφέροντα, τότε είναι αδύνατο να καταλάβει την πρόταση για άρνηση του χρέους.
Τώρα υπάρχουν ορισμένοι, ίσως και αρκετοί, που, ενώ καταπίνουν την κάμηλο, αναζητούν εναγωνίως συνενόχους σε κοινωνικά στρώματα που επωφελήθηκαν από το καθεστώς λεηλασίας της χώρας. Υπήρξαν τέτοια στρώματα; Φυσικά και υπήρξαν. Όμως πρόκειται για μια συντεταγμένη πολιτική των κυβερνήσεων, ώστε να οικοδομήσουν μια κοινωνία συνενόχων. Η φράση «Μαζί τα φάγαμε...» του πληθωρικού σώματι και λόγω αντιπροέδρου της τωρινής πασοκικής δεν εκστομίστηκε τυχαία.
● Έτσι μάθανε στον αγρότη να παίρνει την επιδότηση, χωρίς να νοιάζεται για την παραγωγή του.
● Εθίσανε το δημόσιο υπάλληλο στο «καταφερτζιλίκι» της λούφας και του λουφέ, ώστε να μη νοιάζεται για την άθλια κατάσταση της δημόσιας διοίκησης και του κράτους.
● Ενθαρρύνανε την επαγγελματική διανόηση να κάνει βουτηχτικές στα γνωστά κοινοτικά κονδύλια, ώστε να μην ασχολείται σοβαρά με τη διαρκή κατάπτωση της επιστήμης, της έρευνας και της ίδιας της χώρας. Και σήμερα οι ίδιες δυνάμεις που στήσανε όλο αυτό το κόλπο, που έκαναν τα πάντα, για να χάσει η κοινωνία κάθε αίσθηση αξιοπρέπειας και φιλότιμου, γυρίζουν και κατηγορούν την ίδια την κοινωνία για τη δική τους αθλιότητα και διαφθορά. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος, για να ανακτήσει η κοινωνία τη χαμένη της τιμή. Κι αυτός είναι να πιστέψει στη δύναμή της, να αντιληφθεί την αξία του συλλογικού αγώνα, να ξεπεράσει τους μπαμπούλες που σκόπιμα σπέρνουν ορισμένοι στις τάξεις των λαϊκών μαζών, ώστε να μην ξεσηκωθούν και ξεριζώσουν το κακό από τη ρίζα του. Όσο όμως προχωρά αυτή η αδιέξοδη κατάσταση, όσο η ίδια η επιβίωση του λαού και της χώρας θα τίθεται επί τάπητος, όσο θα πολώνεται εξ αντικειμένου η κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου, τόσο οι λαϊκές μάζες θα ξεπερνούν την αμηχανία και το αίσθημα συνενοχής που σπέρνουν καθημερινώς τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Και τότε είναι σίγουρο ότι θα ζήσουμε αληθινά ηρωικές εποχές, εποχές ανάτασης και ελπίδας για ολόκληρη την κοινωνία, που θα μείνουν στην ιστορία. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα!... Και η πρωταρχική μόνη λύση, καθαρά τακτικής μορφής, για να απαλλαγεί η χώρα απ' το μνημόνιο και την πολιτική του, είναι να μη αναγνωρίσουμε και να αρνηθούμε το δημόσιο χρέος, μαζί με την έξοδο της χώρας από το ευρώ, ώστε να αποτραπούν τα χειρότερα. Κι αν φύγουμε από το ευρώ και την ευρωζώνη θα χάσουμε ό,τι έχουμε και δεν έχουμε; Θα έλθει η συντέλεια του κόσμου; Φυσικά και όχι... Αλλά για την έξοδο από το ευρώ και για τα συνοδευτικά μέτρα, που θα ακολουθήσουν μετά την άρνηση του χρέους, θα γίνει αναφορά σε ένα επόμενο άρθρο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου