Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

Ο αγώνας της αριστεράς


του Σπ. Μαρκέτου
Η κυβέρνηση στήριξε τη στρατηγική της στην ελπίδα ότι ο ελληνικός λαός θα πίστευε πως το μνημόνιο είναι μονόδρομος. Το δημόσιο χρέος, λέει, πρέπει να πληρωθεί, επομένως θα ματώσετε και η χώρα θα ξεπουληθεί.
Η ηθική ένσταση, ότι είναι άδικο να πληρώσουν ξανά οι αδύνατοι, απαντήθηκε με τον γνωστό τρόπο από τον πιο παχύσαρκο και παχύδερμο υπουργό.
Η λογική ένσταση ότι με μειώσεις μισθών και κρατικών δαπανών δεν ξεπληρώνεται κανένα χρέος, αλλά βυθίζεται η οικονομία σ’ έναν φαύλο κύκλο ύφεσης, απλώς έμεινε αναπάντητη.
Το ίδιο και η νομική και πολιτική ένσταση, ότι το δημόσιο χρέος μας είναι σχεδόν όλο απεχθές κι επομένως δεν πρέπει να το πληρώσουμε, ακόμη και αν θα μπορούσαμε, που έτσι και αλλιώς δεν μπορούμε.
Ωστόσο, κυρίως χάρη στη δική μας κινητοποίηση, το ψέμα δεν πέρασε. Οι δημοσκοπήσεις συμφωνούν ότι, παρ’ όλη την ασταμάτητη προπαγάνδα, τα δυο τρίτα του πληθυσμού διαφωνούν με την πολιτική του μνημονίου. Επισημαίνεται επίσης ότι αν η αριστερά είχε πειστική πρόταση, ιδίως αν έβρισκε τρόπο να δράσει ενωμένα, θα καρπωνόταν μεγάλο μέρος της αμφισβήτησης και θ’ άλλαζε το πολιτικό σκηνικό. Η άνοδος της φασιστικής άκρας δεξιάς στην Αθήνα ίσως μας ξυπνήσει τώρα από τον λήθαργό μας.

Εντέλει τα μεγάλα αριστερά κόμματα ασχολούνται με δευτερεύοντα και αδιαφορούν για το μείζον, δηλαδή το πρόβλημα του δημόσιου χρέους, αποφεύγοντας να πιέσουν για τη διαγραφή του, που είναι και η μόνη φιλολαϊκή λύση. Αν πού και πού ψελλίζουν περί αναδιάρθρωσης, ολόιδιες ατάκες πετούν πλέον και ο Πάγκαλος και η Κατσέλη. Η ηγεσία τηρεί σιγή ιχθύος όταν οι κυβερνητικοί επαναλαμβάνουν πως, αν δέχεσαι το χρέος, δεν μπορείς παρά να υποστείς και το μνημόνιο ή κάτι αντίστοιχο, πράγμα που άλλωστε όλος ο κόσμος καταλαβαίνει. Φοβάται να πει ότι δεν είναι λύση ν’ αφαιμάξεις μέχρι τελευταίας σταγόνας την ελληνική οικονομία για να γεμίζεις τρύπια θησαυροφυλάκια τραπεζιτών. Ότι οι λεγόμενες ‘αγορές’ μας έριξαν αυτό που πριν από χρόνια ο Υποδιοικητής Μάρκος είχε ονομάσει ‘χρηματοπιστωτική βόμβα’, και μόνος τρόπος για να προστατευτούμε είναι να την απενεργοποιήσουμε. Μόνο με τη διαγραφή του χρέους γίνεται αυτό.
Όσο όμως τα κρύβει αυτά η αριστερά, ο πολύς κόσμος δεν ασχολείται μαζί της και οι ιστορικές ευκαιρίες χάνονται η μια μετά την άλλη. Όσο η οργανωμένη αριστερά αδρανεί, η λαϊκή αγανάκτηση μένει άσφαιρη και άλλοι δρέπουν τους καρπούς της αποτυχίας του Πασόκ.
Η ανεπάρκεια των ηγεσιών έχει απογοητεύσει κι εξοργίσει μεγάλο κομμάτι της αγωνιστικής βάσης. Ο πολλαπλασιασμός ψήφων της Ανταρσίας δίνει μεγάλες ελπίδες, αλλά βέβαια δεν αρκεί· απαραίτητο για ν’ αντισταθούμε στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα είναι να κινητοποιηθούν οι απλοί άνθρωποι, και για να γίνει αυτό σε σωστή κατεύθυνση πρέπει να εξηγηθεί απλά και πειστικά η εναλλακτική πρόταση, ότι η οικονομία δεν ανατάσσεται χωρίς στάση πληρωμών προς τους τραπεζίτες. Πώς όμως να γίνει αυτό όταν η ηγεσία της αριστεράς στρουθοκαμηλίζει; Πολιτικά, το χειρότερο θα είναι αν τυχόν μεθαύριο προχωρήσει σε μια τέτοια στάση πληρωμών, μη μπορώντας ν’ αντιμετωπίσει αλλιώς τη λαϊκή πίεση, μια ενδεχόμενη κυβέρνηση Σαμαρά. Τότε αυτή θα πιστωθεί την επανεκκίνηση της οικονομίας, και θα ελπίζει να εδραιώσει την ηγεμονία της για άγνωστο πόσα χρόνια. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, τότε όσοι από την ηγεσία της αριστεράς διατηρούν έστω κι ελάχιστη αξιοπρέπεια θα πρέπει να κάνουν χαρακίρι.
Όσο κρίσιμη και αν είναι η σημερινή κατάσταση, υπάρχουν πολλά ιστορικά παραδείγματα όπου ένας λαός υπερνικά δυσκολίες που αρχικά έδειχναν να τον ξεπερνούν. Λόγου χάρη, λίγα χρόνια μετά το ξέσπασμά της η Γαλλική Επανάσταση φαινόταν καταδικασμένη. Οι εχθροί, οι μοναρχικοί στρατοί όλης της Ευρώπης, την είχαν περικυκλώσει κι ετοιμάζονταν να προελάσουν ενάντια στην καρδιά της, στο Παρίσι. Αλλά το χειρότερο ήταν ότι είχε μείνει ανυπεράσπιστη, χωρίς στρατιωτική ηγεσία. Οι αξιωματικοί ήταν αριστοκράτες και είχαν οι περισσότεροι περάσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, ενώ κανείς δεν ήξερε ποιοί απ’ όσους είχαν μείνει πίσω ήταν αξιόπιστοι. Κοινή πεποίθηση ήταν ότι ο στρατός των δημοκρατικών, βιαστικά φτιαγμένος από ανεκπαίδευτους τεχνίτες, μαγαζάτορες και χωρικούς, θα διαλυόταν στην πρώτη του σύγκρουση με τους σκληροτράχηλους μισθοφόρους των βασιλιάδων, που οδηγούνταν από τους πιο περίφημους στρατηγούς της Ευρώπης. Ξέρουμε τη συνέχεια. Οι χωρικοί και οι μαγαζάτορες, που αγωνίζονταν υπέρ βωμών κι εστιών, πολέμησαν με μαχητικότητα και αυτοθυσία αρκετή για ν’ αναπληρωθεί η έλλειψη πείρας τους. Ήταν πολλοί και αποφασισμένοι, οι αντίπαλοι λίγοι και σχετικά αδιάφοροι. Όταν κερδήθηκε η πρώτη, ασήμαντη, σύγκρουση, η φορά των γεγονότων άλλαξε. Οι νέοι στρατηγοί φτιάχτηκαν μέσα στον ίδιο τον πόλεμο, ξεδιαλέχτηκαν με βάση όχι τα δαχτυλίδια που είχαν πάρει απ’ τον μπαμπά τους, αλλά τη γενναιότητα και την οξυδέρκεια που έδειχναν στη μάχη. Από αυτούς τους άσημους ξεπήδησαν ο Ναπολέοντας και οι θρυλικοί συνεργάτες του που, ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά, συνέτριψαν τη μια μετά την άλλη τις στρατιές των ευγενών, έδιωξαν τον εχθρό από τα γαλλικά χώματα και κατέκτησαν την Ευρώπη. Και όλα αυτά τα έκαναν με τον ‘ερασιτεχνικό’ τους στρατό, δείχνοντας την κενότητα των δήθεν συνετών συντηρητικών και ξαναγράφοντας στο μεταξύ την τέχνη του πολέμου.
Η μαζική κινητοποίηση και η ανάδειξη ηγεσιών που αντιλαμβάνονταν την αξία της νίκησαν εκείνους που, ενώ απλώς αναμασούσαν κοινοτοπίες της εποχής, νόμιζαν πως τα ήξεραν όλα. Οι σημερινοί Γλλοι και οι Γαλλίδες την θυμούνται καλά αυτή την ιστορία, και είναι κι αυτός ένας λόγος που δεν κάθονται φρόνιμα. Αντίστοιχες εικόνες συναντούμε και σε πολλές άλλες στιγμές όπου η πόλωση της σύγκρουσης και η μαζική κινητοποίηση άλλαξαν τους κανόνες του παιχνιδιού. Κάτι τέτοιο έγινε και στη Ρωσική Επανάσταση, όπου φτιάχτηκε από το τίποτα ο νικηφόρος Κόκκινος Στρατός, αλλά και στην ιστορική εμπειρία του ΕΛΑΣ και άλλων εθνικοαπελευθερωτικών στρατών που αντιμετώπισαν πανίσχυρους κατακτητές. Όπως πολύ παραστατικά δείχνει ο Γιώργος Μαργαρίτης στο τελευταίο του βιβλίο για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την Κατοχή (Προαγγελία θυελλωδών ανέμων, Βιβλιόραμα 2010), νικητές της Αλβανίας ήταν οι ερασιτέχνες έφεδροι. Αυτοί έμαθαν να πολεμούν αυτοσχεδιάζοντας, και στη συνέχεια, ακριβώς χάρη στο σχολείο των βουνών, έστησαν τον εκπληκτικό λαϊκό στρατό.
Τέτοιο σχολείο είναι σήμερα τα μαζικά κινήματα που αναδύονται στην πόλη, αρκετές φορές και χωρίς βοήθεια από την επίσημη αριστερά. Πολύτιμος χρόνος έχει χαθεί, αλλά όχι ο πόλεμος. Οι βουλευτικές εκλογές που έρχονται αναπόφευκτα, γιατί ο Παπανδρέου δεν μπορεί να συνεχίσει την πολιτική των αλλεπάλληλων μνημονίων, θ’ αναγκάσουν την αριστερά να πάρει θέση. Αν δεν κάνει προμετωπίδα της τη διαγραφή του χρέους, το μόνο σύνθημα που μπορεί να στηρίξει μια εναλλακτική πρόταση, η δημόσια αξιοπιστία της θα καταρρακωθεί. Περίοδος μεγάλων αγώνων αρχίζει, η νομιμοποίηση των κυβερνητικών μέτρων θα κριθεί τελικά στο δρόμο. Η φυγή του Παπανδρέου θα είναι μεγάλη νίκη· ο λαός βρίσκεται πια σ’ επιφυλακή, και μια κυβέρνηση της δεξιάς, ή και συνεργασίας των μνημονιακών δυνάμεων, θα είναι πιο αδύναμη από την τωρινή.
Απατεώνες πολιτικοί, μαφιόζοι τραπεζίτες, κυνικοί καναλάρχες κι εξωνημένοι δημοσιογράφοι που έκαναν πάρτυ όλα αυτά τα χρόνια, στέλνουν το λογαριασμό σε μας. Είναι όμως πανικόβλητοι και διαιρεμένοι, το ίδιο και οι συνεργοί τους σε Βρυξέλλες, Φραγκφούρτη και Ουάσιγκτον. Ούτε και αυτοί δεν έχουν σχέδιο, και πάντως δεν θα τους περάσει. Ποτέ στην ιστορία δεν επιβλήθηκε τέτοια καταρράκωση του βιοτικού επιπέδου ενός λαού χωρίς να έχει προηγηθεί στρατιωτική ήττα ή αντιδημοκρατική εκτροπή, που όμως για διάφορους λόγους (όπως υποστήριξα συνοπτικά αλλού: http:/ /tinyurl.com/22umh39) δεν φαίνεται στις σημερινές συνθήκες εύκολη.
Ο ελληνικός λαός ξυπνά, δείχνει την οργή του στην κάλπη και στους δρόμους. Διαγραφή του χρέους. Εξέταση της νομιμότητας όλων των δανειακών συμβάσεων, και του ποιοι έφαγαν τα λεφτά. Κοινωνικοποίηση των ουσιαστικά χρεωκοπημένων τραπεζών. Απαλλαγή απ’ το ευρώ. Επανεκκίνηση της οικονομίας, με μια εθνική αναπτυξιακή πολιτική κινητοποίησης των πόρων που σήμερα αχρηστεύονται –που θα δώσει δουλειά στους άνεργους και θα ξαναζωντανέψει την αγορά. Όλα αυτά μπορούν να γίνουν με εθνικούς πόρους, αν πάψουμε να πληρώνουμε κάθε βδομάδα ένα δις φόρο υποτέλειας στους τραπεζίτες. Αλλά πρέπει επιτέλους η αριστερά να τα ζητήσει, και οργανώνοντας τον κόσμο να τα επιβάλει στην όποια κυβέρνηση. Βοηθώντας επίσης να ενωθεί στη βάση το λαϊκό στρατόπεδο, στις σκληρές μάχες που έτσι και αλλιώς θα δοθούν μέσα στην κοινωνία, και θα γεννήσουν τη νέα συνείδηση και τα νέα στελέχη. Στελέχη που θα είναι απαραίτητα στις επόμενες συγκρούσεις, γιατί βέβαια ο τωρινός πόλεμος θα κρατήσει καιρό, ώσπου να σταθεροποιηθεί ένα άλλο σύστημα που θα είναι είτε πολύ χειρότερο απ’ το σημερινό είτε αρκετά καλύτερο. Η αριστερά που, επιμένοντας να σκέφτεται με όρους εποχών κοινωνικής συναίνεσης, σωπαίνει για όλα αυτά, δεν είναι πια αριστερά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου